Του ΠΑΝΟΥ ΛΙΓΟΜΕΝΙΔΗ
Καθηγητή Πληροφορικής και Φυσικής
Καθ. Emeritus του Πανεπιστημίου Maryland, ΗΠΑ
Ακαδημαϊκού

 

Ο κόσμος μας, ο φυσικός, βιολογικός, κοινωνικός κ.λπ. κόσμος, χαρακτηρίζεται από αστάθειες, μεταβολές και διακλαδώσεις σε καταστάσεις μακριά από ισορροπία, στις οποίες οφείλεται η εκπληκτική ποικιλότητα και ο πλούτος των δομικών και λειτουργικών μορφών που παρατηρούμε. Η περιγραφή, η πρόβλεψη και η κατανόηση της πολυπλοκότητας, της εξέλιξης και του πλουραλισμού των φυσικών και κοινωνικών συστημάτων, απαιτούν νέα εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία.

Στον κόσμο των ασταθών διαδικασιών οι φυσικοί έχουν ορίσει μια εντροπική συνάρτηση. Στις διαδικασίες αυτές παρατηρούμε την αναίρεση της χρονικής συμμετρίας μεταξύ του «πριν» και του «μετά». Αυτή η παγκόσμια επικράτηση του φαινομένου της αναίρεσης της χρονικής συμμετρίας βρίσκεται στην καρδιά του 2ου νόμου.

Χρειάστηκε να δούμε σε βάθος τη σχέση της τυχαιότητας (randomness) και της μη αντιστρεψιμότητας (irreversibility), να εξετάσουμε την στενή σχέση της έννοιας της εντροπίας με την έννοια του χρόνου. Αρχίσαμε να αποκωδικοποιούμε το μήνυμα του 2ου νόμου!

 

Από πολλά χρόνια γνωρίζω ότι ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού μελετούσε τον νόμο της εντροπίας προσπαθώντας να συνδέσει το φυσικό του νόημα με τα ανθρώπινα δρώμενα. Όταν μού έδωσε την εργασία του στην τελική μορφή της, οφείλω να ομολογήσω ότι με συνόδευε η ίδια επιφυλακτικότητα με την οποία εμείς οι επιστήμονες των θετικών επιστημών αντιμετωπίζουμε τη φιλολογία που αναπτύσσεται σε τέτοια αντικείμενα από επιστήμονες ή διανοητές του χώρου των κοινωνικών επιστημών.

Αυτό είναι φυσικό να συμβαίνει, αφού ένας αξιόπιστος δι-επιστημονικός διάλογος πάνω στους νόμους της φύσης και την ανθρώπινη ύπαρξη και κοινωνία εξακολουθεί να παραμένει ένα μεγάλο ζητούμενο για την επιστημονική κοινότητα και την ευρύτερη διανόηση. Πράγματι, ενώ ολοένα και περισσότερο οι εξελίξεις στη θεωρία της φύσης φαίνεται να προσελκύουν το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου κύκλου επιστημόνων, διαπιστώνει κανείς ότι οι έννοιες και οι σχέσεις των φυσικών νόμων προσέγγιζονται με αρκετή δόση αοριστίας και αυθαιρεσίας όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στο επίπεδο της ανθρώπινης δράσης.

Ο συγγραφέας πρόλαβε τις αρχικές αυτές επιφυλάξεις μου ήδη από τις πρώτες προγραμματικές, θα έλεγα, θέσεις της εργασίας του, στην Εισαγωγή, όπου κάνει την ακόλουθη παρατήρηση: «Αισθάνομαι υποχρεωμένος να πω από μιας αρχής ότι η παρούσα εργασία δεν συμμερίζεται καθόλου τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρονται οι συνέπειες του 2ου θερμοδυναμικού αξιώματος ως φυσικού νόμου στον κοινωνιολογικό ή φιλοσοφικό προβληματισμό... Θα φέρω ένα παράδειγμα πάνω σ' αυτήν την παρατήρηση. Ως κοινωνική έκφραση της έννοιας της εντροπίας θεωρούνται κοινωνικά φαινόμενα αταξίας, όπως π.χ. οι πόλεμοι, τα οικονομικά κραχ, το κυκλοφοριακό χάος κ.λπ. Κανείς δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι τέτοιου είδους φαινόμενα δεν συνιστούν όντως «αταξία» στα πλαίσια των βιωμάτων μας και των επιθυμιών μας για μια ήσυχη και γαλήνια κοινωνική ζωή. Αλλά πόση σχέση μπορεί να έχει αυτή η κρίση με τη φυσική ανάγνωση των φαινομένων αυτών; Μια προσεκτικότερη παρατήρηση θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι τέτοια φαινόμενα σχετίζονται με μια μείζονα οργάνωση των δομών του συστήματος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή όλο και περισσότερων έργων (W) σε ένα περιβάλλον παραγωγής όλο και μεγαλύτερης ποσότητας εντροπίας (S)...»

Ακριβώς η θέση αυτή πρέπει να παραδεχθώ ότι αποτέλεσε ένα επιπλέον κίνητρο να δω με περισσότερο ενδιαφέρον την εργασία στο σύνολό της.

 

Η εργασία έχει σαν βάση την πιο απλή συνέπεια του 2 ου θερμοδυναμικού αξιώματος: Ότι δηλαδή από το σύνολο της διατιθέμενης για την παραγωγή οποιουδήποτε έργου ενέργειας ένα μέρος της αυθορμήτως υποβαθμίζεται και σπαταλάται υπό μορφή αμετάκλητα μη-ανακτήσιμης θερμικής ενέργειας. Πρόκειται για τις λεγόμενες μη αντιστρεπτές διαδικασίες. Αυτό το φυσικό μοντέλο σύμφωνα με το οποίο ο νόμος της εντροπίας επιβάλλει περιορισμούς στην ικανότητα ενός οποιουδήποτε φυσικού συστήματος να μετατρέπει την διαθέσιμη ενέργειά του εξ ολοκλήρου σε έργο, είναι προφανές ότι αποτέλεσε την αφορμή για την ανάπτυξη της εργασίας.

Με την παραδοχή ότι η γη αποτελεί ένα κλειστό θερμοδυναμικό σύστημα (βλ. § 10) ο συγγραφέας επιστρατεύει την συνάρτηση Gibbs για να πάρει αυτή την βασική σχέση ενέργειας ικανής για παραγωγή έργου και ενέργειας που χάνεται λόγω περιορισμού που επιβάλλει η αρχή της εντροπίας. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι στο κοινωνικό σύστημα παρατηρούνται διαδικασίες που τείνουν σε αποδέσμευση όλο και περισσότερων ποσοτήτων ενέργειας, παράλληλα όμως, ότι σ' αυτό αναπτύσσονται και διαδικασίες οι οποίες είτε δεν μετέχουν κατά το ποιόν τους στις προηγούμενες είτε τείνουν στον έλεγχο ή και τον περιορισμό τους. Στις πρώτες βλέπει η μελέτη όλες τις παραγωγικές - άμεσες ή έμμεσες δραστηριότητες, όπως την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών (ροές ενέργειας προς το κοινωνικό σύστημα). Το επόμενο βήμα είναι ότι αυτές οι δραστηριότητες, ενώ διατηρούν πάντα τον ενεργειακό φυσικό χαρακτήρα τους, έχουν παράλληλα και την ιδιότητα να εκφράζονται στο οικονομικό πεδίο.

Αντίθετα, στις περιοριστικές δράσεις-συμπεριφορές αυτών των διαδικασιών αναγνωρίζει ο συγγραφέας τα προϊόντα της σκέψης (φιλοσοφία, επιστήμη, πολιτικός και θρησκευτικός οραματισμός κ.λπ.), ή άλλες δραστηριότητες, όπως τα έργα της ποίησης, της λογοτεχνίας, της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτό που παρατηρείται είναι ότι αυτές οι διαδικασίες ιστορικά μπορούν να εκφραστούν και να έχουν έναν δραστικό ρόλο στον περιορισμό της τάσης των διαδικασιών ανεξέλεγκτης ανάπτυξης των ενεργοβόρων διαδικασιών της οικονομικής ανάπτυξης. Κραυγαλέα παραδείγματα δίνονται από την οικολογική δράση, την πίεση για διασπορά του πλούτου ανάμεσα σε πλούσιες και φτωχές χώρες, την επικράτηση των αρχών της δικαιοσύνης και της ισότητας, την διεκδίκηση του ελεύθερου χρόνου, τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της αισθητικής (ροές αξιών).

Έχουμε, λοιπόν, την ενέργεια της οποίας η εντροπική αρχή περιορίζει στο φυσικό επίπεδο την ικανότητά της να παράγει έργο, από τη μια, και από την άλλη έχουμε το κοινωνικό σύστημα που λειτουργεί αποδεσμεύοντας ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας για παραγωγή έργων και που περιορίζεται από τη ροή αξιών.

 

Ένα καταληκτικό συμπέρασμα είναι ότι η σχέση ανάμεσα σε ροές αξιών και ροές ενέργειας είναι δυνατόν να ποσοτικοποιηθεί με την αναγωγή στο οικονομικό μοντέλο ανάλυσης ανάμεσα στην οικονομική μεγέθυνση (ροές ενέργειας) και την κοινωνική ευημερία (ροές αξιών). Ο συγγραφέας εξετάζει την ισορροπία με βάση την συνάρτηση Gibbs και παράγει τα μετρήσιμα μεγέθη για τη σχέση μεταξύ οικονομικής μεγέθυνσης και κοινωνικής ευημερίας από την συνάρτηση Ζολώτα.

Στην εργασία υποστηρίζεται ότι η δυναμική ισορροπία του κοινωνικού συστήματος συνίσταται στην εύρεση του άριστου σημείου μεταξύ ροών οικονομικών ενεργημάτων και ροών αξιών (κριτήριο Ανθρωπισμού). Από την διαπίστωση ότι το σύγχρονο κοινωνικό σύστημα κλίνει ήδη προς την απώλεια της ισορροπίας (με δεδομένο ότι η οικονομική μεγέθυνση οδηγεί όχι σε μια ανάλογη, αλλά σε μία φθίνουσα κοινωνική ευημερία), η ανεύρεση του σημείου ισορροπίας αποτελεί τη βάση για ένα νέο επιστημονικό εγχείρημα: την ανάπτυξη του κριτηρίου του Ανθρωπισμού. Οι Αξίες του Ανθρώπου σε σχέση με την ισορροπία του συστήματος είναι ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο επιστημονικό γνωστικό αντικείμενο με βασική προτεραιότητα την αποσαφήνιση των ορίων μεταξύ χαοτικών και απροσδιόριστων επιλογών και επιλογών αρμονίας και ισορροπίας.

Η επίτευξη της ισορροπίας μπορεί να επέλθει από την επιστημονική κοινότητα και τους επαγγελματίες επιστήμονες που παράγουν γνώση. Η γνώση που χρησιμοποιείται και η κατάχρησή της, η οποία οδηγεί σε κίνδυνο καταστροφής της ισορροπίας του κοινωνικού συστήματος, μπορεί να «αυτοελεγχθεί στην πηγή της», όπως αναφέρει ο συγγραφέας.

 

Η εργασία αυτή είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει πολλές αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις στο σύνολο και τα επιμέρους. Αυτό που θα ήθελα να σημειώσω είναι ότι η σημασία της βρίσκεται στο ότι αποτελεί ένα πείραμα-δοκιμή σκέψης ώστε να συνδεθούν μ' έναν τρόπο περισσότερο θετικό, περισσότερο επιδεχόμενο τον έλεγχο της λογικής κριτικής, τα φυσικά με τα κοινωνικά πράγματα.

Ο συγγραφέας φαίνεται ότι έχει το κατάλληλο υπόβαθρο ώστε να χειρίζεται με άνεση τον φιλοσοφικό στοχασμό. Ακόμη διαθέτει την ευρύτητα να μετέχει στο χώρο της τέχνης σαν ποιητής που είναι και επιπλέον τη δυνατότητα να μιλά για τη μουσική τέχνη που έχει σπουδάσει και βέβαια για την κοινωνική θεωρία λόγω της επιστημονικής του ειδίκευσης. Εξάλλου, όσον αφορά την εξοικείωσή του με τις φυσικές έννοιες μάλλον φαίνεται επιτυχής, όπως άλλωστε υποστηρίζεται και από την βιβλιογραφία που παραθέτει.

Πιστεύω ότι ο εξοικειωμένος αναγνώστης και ο ανήσυχος επιστήμονας θα βρει πολλές και καλές ευκαιρίες να στοχαστεί πάνω σε όλα τα σπουδαία αντικείμενα που θίγει αυτή η εργασία, της οποίας η σημασία ίσως αποβεί ευρύτερη από αυτή που αρχικά μπορεί κανείς να υποπτεύεται.